ρευστό

ρευστό
Σώμα του οποίου το σχήμα μπορεί να μεταβάλλεται εύκολα, εξαιτίας της μικρής συνοχής και της αμοιβαίας μετακίνησης των μορίων από τα οποία αποτελείται. Περισσότερο από τον όρο ρ. χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο «ρευστή κατάσταση» της ύλης, για να ορίσουμε ακριβώς την κατάσταση αυτή. Τα σώματα τα οποία σε κανονική θερμοκρασία και πίεση βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση είναι τα υγρά και τα αέρια*· με την αλλαγή των συνθηκών θερμοκρασίας και πίεσης περνούν στη ρευστή κατάσταση σώματα τα οποία κανονικά εμφανίζονται στη στερεή κατάσταση. Η γενική έννοια του ρ. μας επιτρέπει να μελετήσουμε από μια ενιαία άποψη τις κοινές ιδιότητες συμπεριφοράς των αερίων και των υγρών: η στατική των ρ. περιλαμβάνει τις κοινές ιδιότητες της συμπεριφοράς τους σε κατάσταση ισορροπίας, οι οποίες εξετάζονται στα κεφάλαια της υδροστατικής και αεροστατικής· η δυναμική των ρ. εξετάζει τη συμπεριφορά τους σε κίνηση και περιλαμβάνει κεφάλαια της υδροδυναμικής και αεροδυναμικής. Με σκοπό την απλοποίηση της μελέτης της συμπεριφοράς των ρ., εισή η έννοια των «ιδανικών ρ.», τα οποία υποτίθεται ότι στερούνται εσωτερικής τριβής μεταξύ των μορίων τους (*ιξώδες). Στα πραγματικά ρ. η ιδιότητα αυτή υπάρχει βεβαίως πάντοτε και είναι η αιτία των περισσότερο ή λιγότερο σημαντικών αποκλίσεων της συμπεριφοράς τους σε σχέση προς εκείνη των ιδανικών ρευστών. Βάσει φαινομενικών αναλογιών συμπεριφοράς υποτέθηκε, κατά την ιστορική εξέλιξη της φυσικής, η ύπαρξη «αβαρών ρ.», όπως του θερμογόνου ρ., του μαγνητικού ρ., των ηλεκτρικών ρ. και του κοσμικού αιθέρα. Αν και οι έρευνες που ακολούθησαν απέδειξαν σαφώς την ανυπαρξία αυτών των «αβαρών ρ.», είναι αλήθεια ότι η παραδοχή της ύπαρξης τους αποτέλεσε μια χρήσιμη υπόθεση, η οποία σε μερικές περιπτώσεις εξυπηρετεί ακόμα και σήμερα για μια απλή και κατά προσέγγιση περιγραφή πολυάριθμων φαινομένων. Η θεωρία, π.χ., του θερμογόνου ρ. επέτρεψε την ερμηνεία της μετάβασης της θερμότητας από ένα σώμα θερμό σε ένα άλλο ψυχρό μέχρι την επίτευξη της θερμικής ισορροπίας, υποθέτοντας ότι το θερμό ρ. πέρασε από το σώμα με την υψηλότερη θερμοκρασία σε εκείνο με τη χαμηλότερη, όπως ακριβώς ένα υγρό περνά από ένα δοχείο που βρίσκεται σε υψηλότερη στάθμη σε ένα άλλο που βρίσκεται σε χαμηλότερη, μέχρι την επίτευξη της ίδιας στάθμης και στα δύο δοχεία. Ανάλογα ερμηνεύονταν τα ηλεκτρικά φαινόμενα, τα οποία αποδίδονταν στη μετακίνηση ενός ρ. από σώματα με υψηλότερο δυναμικό σε άλλα με χαμηλότερο, έως ότου επέλθει η εξίσωση των δυναμικών. Από τις έννοιες αυτές παραμένουν ακόμα ίχνη στη γλώσσα της φυσικής και οι περιγραφές που έχουν θεμελιωθεί επί της υποθετικής κίνησης ενός ρ. αποτελούν ακόμα χρήσιμα υποδείγματα για την περιγραφή κατά μια πρώτη προσέγγιση πολυάριθμων φαινομένων.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Μαχ, Ερνστ — (Ernst Mach, Τουράνι, Μοραβία 1838 – Χάαρ, Βαυαρία 1916). Αυστριακός φιλόσοφος και φυσικός, ιδρυτής του εμπειριοκριτικισμού (βλ. λ.). Φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης και από το 1864 έως το 1901 διετέλεσε καθηγητής φυσικής και φιλοσοφίας… …   Dictionary of Greek

  • μηχανή — I Με γενική έννοια μ. είναι κάθε διάταξη κατάλληλη να εκμεταλλεύεται μια ορισμένη μορφή ενέργειας για να επιτελέσει ένα έργο ή για να τη μετατρέψει σε μια άλλη μορφή ενέργειας. Οι μ. που συνήθως ονομάζονται απλές (μοχλός, σκοινί, κεκλιμένο… …   Dictionary of Greek

  • Καρνό — (Carnot). Επώνυμο οικογένειας Γάλλων επιστημόνων. 1. Λαζάρ Νικολά Μαργκερίτ (Lazare Nicolas Marguerite, Νολέ 1753 – Μαγδεμβούργο 1823). Στρατηγός, πολιτικός και μαθηματικός. Ήταν γνωστός και ως οργανωτής της νίκης και συγκαταλέγεται στις… …   Dictionary of Greek

  • ρευστός — ή, ό 1. αυτός που δεν έχει σταθερό σχήμα, αυτός που μπορεί να ρέει: Το νερό είναι ρευστό. 2. μτφ., ασταθής: Η πολιτική κατάσταση στη χώρα είναι ακόμη ρευστή. – Έχει ρευστό χαρακτήρα. 3. το ουδ. ως ουσ., ρευστό, το σώμα του οποίου τα μόρια έχουν… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανομέας — Όργανο ή σύνολο οργάνων με τα οποία εισάγεται στις μηχανές που λειτουργούν με κινητήριο ρευστό το ρευστό αυτό. Στις παλινδρομικές ατμομηχανές ο δ. ρυθμίζει τις διάφορες φάσεις του κινητήριου ρευστού στο εσωτερικό του κυλίνδρου, με το άνοιγμα και… …   Dictionary of Greek

  • πίεση — Φυσικό μέγεθος με το οποίο υποδηλώνεται η δύναμη που ασκείται σε κάθε μονάδα επιφάνειας· η π. έτσι ορίζεται με το πηλίκον της δύναμης που δρα κάθετα και ομοιόμορφα σε μια επιφάνεια, δια του εμβαδού αυτής της επιφάνειας: και εκφράζεται, ανάλογα με …   Dictionary of Greek

  • ρευστός — ή, ό / ῥευστός, ή, όν, ΝΑ 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να ρέει, που δεν έχει σταθερό σχήμα ή όγκο 2. μτφ. ασταθής, ευμετάβλητος («η κατάσταση στις μέρες μας είναι ρευστή») νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το ρευστό α) φυσ. συνοπτική ονομασία τών… …   Dictionary of Greek

  • σύνδεσμος — Μόριο που έχει το ρόλο να συνδέει μεταξύ τους δύο ή περισσότερους όρους σε μια πρόταση ή να ενώνει δύο ή περισσότερες προτάσεις. Οι σ. ανήκουν στα μορφολογικά άκλιτα εκείνα στοιχεία (προθέσεις, επιρρήματα), των οποίων ο ρόλος είναι να… …   Dictionary of Greek

  • αεροδυναμική σήραγγα — Εγκατάσταση μέσα στην οποία μελετώνται τα φαινόμενα που συνδέονται με τη σχετική κίνηση ενός ρεύματος αέρα σε σχέση με αεροπλάνα, αυτοκίνητα, αμαξοστοιχίες, γέφυρες, κτίρια, πυραύλους και βλήματα. Για να αποφευχθεί η κατασκευή υπερβολικά ογκωδών… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρομαγνητικές αντλίες — Αντλίες χωρίς κινητά μέρη, που χρησιμοποιούνται για την κυκλοφορία αγώγιμων ρευστών –όπως τα μέταλλα– σε υγρή κατάσταση. To ρευστό μπορεί να κυκλοφορήσει μέσα σε έναν σωλήνα, ένα τμήμα του οποίου τοποθετείται ανάμεσα στους δύο πόλους ενός… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”